Η διοικητική όπως και η διδακτική του εμπειρία ουσιαστικά άρχισαν από την ανάληψη των καθηκόντων του ως καθηγητή του Φυσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο (1983). Πολύ σύντομα ανέλαβε στο νέο αναπτυσσόμενο τμήμα καθήκοντα ως Προεδρεύοντος πριν ακόμη αυτονομηθεί από το 1983 – 1985 και μετά την αυτονόμησή του από το 1985 - 1987. Σε αυτή την περίοδο ήταν μέλος της διοικούσης επιτροπής του Πανεπιστημίου έως την εκλογή των Πρυτανικών αρχών. Τα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου είχαν εξαιρετικό ενδιαφέρον διότι οι πρώτοι καθηγητές συμμετείχαν στα εκλεκτορικά σώματα άλλων τμημάτων όπως Πληροφορικής, Μαθηματικών κ.α., και υπήρχε δυνατότητα της άμεσης επαφής με το γίγνεσθαι και άλλων τμημάτων της Σχολής Θετικών Επιστημών. Στην περίοδο αυτή οργανώθηκαν με διεθνή πρότυπα οι μεταπτυχιακές σπουδές του Φυσικού Τμήματος και ο κανονισμός λειτουργίας του όπως και οι πρώτες υποδομές. Το πανεπιστημιακό περιβάλλον ήταν εξαιρετικό και ευνοούσε υψηλό επίπεδο διδασκαλίας και ερευνητικής δραστηριότητας.
Το 1991 – 1993 όπως το 1993 – 1995 επανεξελέγη Πρόεδρος του Τμήματος και συνέβαλε στην ομαλή λειτουργία της διδασκαλίας και της έρευνας όπως και στην ομαλή λειτουργία των οργάνων διοίκησης του τμήματος. Με το όνομα ενός καλού Φυσικού Τμήματος κατάφεραν να προσελκύσουν υψηλού επιπέδου νέα Πανεπιστημιακά στελέχη. Σε όλα τα ανωτέρω ο ρόλος του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας στην προώθηση των ερευνητικών και διδακτικών δραστηριοτήτων του τμήματος ήταν εξαιρετικά σημαντικός.
Από το 1993 – 1996 είχε ορισθεί Εθνικός Εκπρόσωπος στην Επιτροπή του ΝΑΤΟ για τα διεθνή συνέδρια και υποστήριξε επιτυχώς πλήθος Ελληνικών προτάσεων.
Από το 1994 – 1999 υπήρξε μέλος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας και το έτος 1997 Αντιπρόεδρος.
Από το 1994 έως 2010 ήταν Εθνικός Εκπρόσωπος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού CERN και συνέβαλε στην δημιουργία ενός πλαισίου συμφωνίας προς όφελος της χώρας μας για την ομαλή μετάβαση στην πλήρη συνεισφορά μας από το 1995 – 2005, συμφωνία μοναδική μεταξύ των άλλων Μελών Κρατών του Οργανισμού. Υποστήριξε την σύναψη συμφωνιών για την συμμετοχή όλων των σχετικών Εργαστηρίων των ΑΕΙ και Ερευνητικών Κέντρων στα πειράματα του CERN όπως και την εξεύρεση πόρων από τις Δημόσιες Επενδύσεις και το Δεύτερο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης για την οικονομική ενίσχυση της δημιουργίας των εργαστηρίων κατασκευής ανιχνευτικών συστημάτων και επεξεργασίας σημάτων όπως και της συνεισφοράς στα κοινά έξοδα των πειραμάτων στο CERN. Υπάρχουν ακόμη βέβαια σημαντικές εκκρεμότητες από μέρους της πολιτείας σε αυτή την προσπάθεια. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκε το Γραφείο Σύνδεσης της Ελληνικής Βιομηχανίας με το CERN το οποίο υποστήριξε με συνεχή ενημέρωση, εκθέσεις, ημερίδες και έντυπο υλικό τις Ελληνικές εταιρείες να διεισδύσουν στο CERN για κατασκευές, παροχές υπηρεσιών και προϊόντων όπως και για μελέτες. Σήμερα έχουμε ένα ποσοστό επιτυχίας 60% με αρχικό σημείο αφετηρίας 5% το 1994 και απομένει σημαντική προσπάθεια στον τομέα της προσέλκυσης Ελληνικών εταιρειών στις προκηρύξεις για έργα στο CERN.
Από το 1995 – 2000 και από το 2000 – 2003 ήταν Διευθυντής του Ινστιτούτου Πυρηνικής Φυσικής στο Εθνικό Κέντρο Ερευνών Φυσικών Επιστημών Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. «Δημόκριτος»
Από το 1996 – 2000 υπήρξε μέλος του Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Έρευνας και συνέβαλε στην δημιουργία Ινστιτούτων και στη δημιουργία εισηγητικών κειμένων για την ερευνητική πολιτική της ΓΓΕΤ.
Από το έτος 2003 έως 2005 υπήρξε Πρόεδρος του Ε.Κ.Ε.ΦΕ. «Δημόκριτος» και τα πεπραγμένα της διετίας επισυνάπτονται και μπορείτε να δείτε εδώ.